X
Go back to Homepage

Categories

#UCLanians BlogLatest NewsLaw AcademySchool NewsSeminars & EventsProfessional Short Courses

Month

Year

Latest News

Αθλητική μεταρρύθμιση: Λογικές μη συμμόρφωσης και μηχανισμοί συμμόρφωσης

Του Δρα Χρήστου Αναγνωστόπουλου

 

Η αθλητική μεταρρύθμιση που λαμβάνει χώρα τους τελευταίους μήνες αποτελεί αναγκαία απάντηση στην ανικανότητα και ανεπάρκεια πολλών αθλητικών οργανισμών της χώρας (και αναφέρομαι κυρίως στις ομοσπονδίες) να αποδειχτούν αντάξιοι του διαχρονικού δικαιώματός τους να αυτοοργανώνονται, να αυτοδιοικούνται και, κατ’ επέκταση, να αυτορυθμίζονται. Ό,τι μοιράστηκε με την ελληνική κοινωνία η πρωταθλήτριάς μας Σοφία Μπεκατώρου δεν ήταν παρά μια (αποκρουστική) απόδειξη της εντεινόμενης κρίσης νομιμότητας που χαρακτηρίζει τους εν λόγω οργανισμούς. Εντός των οποίων, βρίσκονται αθλητικοί παράγοντες που δεν δείχνουν πρόθυμοι να συμμορφωθούν με την πρόσφατη (αυτονόητη) κυβερνητική παρέμβαση στα του αθλητικού οικοσυστήματος. Προκύπτουν, ωστόσο, δύο καίρια ερωτήματα. Πρώτον, ποιοι είναι οι λόγοι της μη συμμόρφωσης; Και δεύτερον, ποιοι μηχανισμοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν ώστε αυτή να αποφευχθεί; Ενώ οι απαντήσεις και στα δύο αυτά ερωτήματα δεν μας είναι άγνωστες, θα προσπαθήσω να τις ταξινομήσω εννοιολογικά έτσι ώστε να γίνουν ευκολότερα κατανοητές.

Καταρχάς, υπάρχουν δύο κατηγορίες μη συμμόρφωσης: η εκούσια και η ακούσια. Με άλλα λόγια, υπάρχουν αυτοί που επιλέγουν να μη συμμορφωθούν και αυτοί που δεν έχουν άλλη επιλογή από το να μη συμμορφωθούν. Κάθε μία από αυτές ενσωματώνει δύο λογικές. Η εκούσια περιλαμβάνει τις λογικές των συνεπειών και της καταλληλότητας, ενώ η ακούσια περιλαμβάνει τις λογικές των περιορισμένων πόρων και της ασάφειας των κανόνων.

Ας τα δούμε με τη σειρά. Συμμόρφωση στο άρθρο του νόμου που αναφέρεται στη μέγιστη χρονική διάρκεια που ένα μέλος μπορεί να υπηρετήσει στο συμβούλιο θα οδηγήσει το μέλος αυτό εκτός συμβουλίου. Οπότε το μέλος επιλέγει να μη συμμορφωθεί, γιατί δεν ευνοείται από τη συνέπεια του νόμου. Έπειτα, κάποια μέλη ενδέχεται να μην θεωρούν ορθή την εφαρμογή συγκεκριμένων αλλαγών επειδή δεν τις κρίνουν κατάλληλες για τους οργανισμούς τους. Άλλωστε, πολλές ομοσπονδίες περιβάλλονται από μια κουλτούρα, στην οποία οι πρακτικές που σχετίζονται με τη «φτωχή διακυβέρνηση» έχουν θεωρηθεί ως ο φυσιολογικός τρόπος διεξαγωγής των λειτουργιών, δραστηριοτήτων και διαδικασιών τους.

Σχετικά με αυτούς που ακούσια δεν συμμορφώνονται, αυτό που συμβαίνει είναι ότι η πρόθεση συμμόρφωσης υπάρχει, όμως απουσιάζει, καταρχάς, η δυνατότητα συμμόρφωσης. Με άλλα λόγια, η όποια μεταρρύθμιση θα πρέπει να προσαρμοστεί σε συγκεκριμένο οργανωσιακό πλαίσιο, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες, όπως είναι ο αριθμός και η φύση των καθηκόντων που εκτελούνται. Για να συμβεί αυτό, απαιτείται ειδική εμπειρία, την οποία ενδεχομένως τα μέλη/εθελοντές και τα διοικητικά στελέχη δεν διαθέτουν. Επίσης, απαιτούνται πόροι. Για παράδειγμα, μικροί σε μέγεθος αθλητικοί οργανισμοί ενδέχεται να μην διαθέτουν τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους για την εφαρμογή πολύπλοκων εσωτερικών διαδικασιών και την εμπλοκή φορέων ελέγχου. Ενώ γράφονται αυτές οι γραμμές, αθλητικές ομοσπονδίες προσπαθούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του συστήματος «ΧΙΛΩΝ», το οποίο παρέχει μια, όσο το δυνατόν αντικειμενική, αξιολόγηση των ομοσπονδιών, η οποία και συνδέεται πια με την κρατική επιχορήγηση. Το ίδιο συμβαίνει και με τα αθλητικά σωματεία που προσπαθούν να προσκομίσουν όλα τα απαραίτητα έγγραφα για την εισαγωγή τους στο Μητρώο. Προσπαθούν να συμμορφωθούν, αλλά με ποιο βαθμό ευκολίας τα καταφέρνουν; Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη λογική της ακούσιας μη συμμόρφωσης, τα πρότυπα, τα άρθρα και οι αλλαγές που επιφέρει η μεταρρύθμιση υπόκεινται σε υποκειμενικές ερμηνείες, καθώς αρκετές φορές διατυπώνονται με ασαφή και λιγότερο αυστηρό τρόπο, ούτως ώστε να επιτρέπεται η ευελιξία. Κατά συνέπεια, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος εσφαλμένης ερμηνείας των υποχρεώσεων εφαρμογής.

Και ερχόμαστε στο δεύτερο ερώτημα: Πώς αντιμετωπίζεται η μη συμμόρφωση;

Υπάρχουν έξι διαφορετικοί μηχανισμοί για την εξασφάλιση μεγαλύτερου βαθμού συμμόρφωσης. Ουσιαστικά, κάθε ένας από τους μηχανισμούς αυτούς απαντά σε μια (ή περισσότερες) από τις τέσσερις προαναφερθείσες λογικές μη συμμόρφωσης.

Καταρχάς, για αυτούς που εκούσια επιλέγουν να μην συμμορφωθούν, ο έλεγχος (μέτρηση) και, ακολούθως, οι κυρώσεις αποτελούν τους πιο κατάλληλους μηχανισμούς συμμόρφωσης. Αναφέρθηκα στο σύστημα αξιολόγησης «ΧΙΛΩΝ» που αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα «μέτρησης», με οικονομικές κυρώσεις – επιπτώσεις για τις αθλητικές ομοσπονδίες που δε συμμορφώνονται. Ωστόσο, για να προκληθεί συμμόρφωση, το κόστος που επιβάλλεται θα πρέπει να είναι μεγαλύτερο από το όφελος της μη συμμόρφωσης. Ο επόμενος μηχανισμός συμμόρφωσης αφορά την πειστικότητα μέσω προσπάθειας και επιχειρηματολογίας ως προς την ορθότητα, τη νομιμότητα, αλλά, κυρίως, την αποτελεσματικότητα συγκεκριμένων κανονιστικών διατάξεων που σχετίζονται με τη βελτίωση της διακυβέρνησης εντός των αθλητικών οργανισμών. Επί παραδείγματι, μη συμμόρφωση με την ανανέωση του συμβουλίου εν ονόματι της υπάρχουσας εμπειρίας και επιρροής σε κέντρα αποφάσεων δεν εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα, αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: την υπονομεύει και την θέτει μακροπρόθεσμα εν αμφιβόλω.

Οι επόμενοι τρεις μηχανισμοί σχετίζονται περισσότερο με την ακούσια μη συμμόρφωση. Αφορούν, δηλαδή, τις περιπτώσεις εκείνες που υπάρχει η διάθεση, αλλά όχι η δυνατότητα συμμόρφωσης. Προκειμένου, λοιπόν, να αποφευχθεί η μη συμμόρφωση που απορρέει από αποτυχίες στην πρακτική εφαρμογή (συχνά νεφελωδών) αρχών χρηστής διακυβέρνησης, το σύστημα συμμόρφωσης πρέπει να προβλέπει τόσο την έγκυρη διευκρίνιση των κανόνων όσο και τον σαφή καθορισμό των υποχρεώσεων εφαρμογής τους. Ένας τέτοιος μηχανισμός δεν χρειάζεται να επισημοποιηθεί από έναν οργανισμό επικύρωσης, αλλά μπορεί να είναι άτυπος και μη δεσμευτικός. Ας μην ξεχνάμε ότι η συμμόρφωση δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μια ατέρμονη προσπάθεια προς τη βελτίωση της διακυβέρνησης.

Επιπλέον, λόγω του ότι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι αθλητικοί οργανισμοί δεν έχουν την οικονομική, διοικητική και τεχνική ικανότητα να συμμορφώνονται, συχνά παρακωλύονται στις ίδιες τους τις ενέργειες συμμόρφωσης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μια κατάλληλη στρατηγική επίλυσης προβλημάτων είναι να εμπλακεί ο εποπτικός φορέας στην ανάπτυξη ικανοτήτων μέσω της έξωθεν μεταφοράς τεχνογνωσίας και πόρων. Για παράδειγμα, μία τυποποιημένη φόρμα υποβολής καταγγελιών.

Ο τελευταίος μηχανισμός αφορά αυτό που αποκαλούμε «κοινωνική μάθηση», η οποία βασίζεται σε επιμορφωτικά σεμινάρια για ανταλλαγή γνώσεων και καλών πρακτικών εντός της ίδιας χώρας αλλά και διεθνώς.

Η ουσιαστική και απαραίτητη αθλητική μεταρρύθμιση που ξεδιπλώνεται στο ελληνικό αθλητικό περιβάλλον απαιτεί κατανόηση των προαναφερθεισών λογικών μη συμμόρφωσης, αλλά και των αντίστοιχων μηχανισμών που θα επιφέρουν τη συμμόρφωση. Η πολιτική ηγεσία του αθλητισμού δείχνει να αντιλαμβάνεται επαρκώς τόσο την εκούσια όσο και την ακούσια μη συμμόρφωση. Μηχανισμοί για την εκούσια μη συμμόρφωση βρίσκονται ήδη σε εφαρμογή. Τώρα χρειάζεται μια στρατηγική προσέγγιση για το πώς θα βοηθηθούν αυτοί που θέλουν, αλλά που – πράγματι – δε μπορούν. Εξ όσων γνωρίζω, δρομολογούνται και τέτοιοι μηχανισμοί. Εν αναμονή λοιπόν!